Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

ΘΕΡΜΑΪΚΟΣ Δεν αντέχει άλλους ρύπους


 
Η ρύπανση, που εντοπίζεται στο μεγαλύτερο μέρος δυτικά, εμφανίζεται πλέον κεντρικά και ανατολικά του κόλπου, κυρίως τις ημέρες των έντονων βροχοπτώσεων, κατά τις οποίες ακόμη και το αποχετευτικό σύστημα μετατρέπεται σε πηγή μόλυνσης.
Το τελευταίο επεισόδιο θαλάσσιας ρύπανσης συνέβη στη νέα παραλία Θεσσαλονίκης, δίπλα από το κρηπίδωμα. Για το περιστατικό ενημερώθηκε από περαστικούς το Λιμεναρχείο
Θεσσαλονίκης προχθές το πρωί και έσπευσε με πλωτό περιπολικό στο σημείο, όπου διαπίστωσε ρύπανση έκτασης 10 τ.μ. από διάσπαρτα υπολείμματα πετρελαιοειδούς μαύρου χρώματος, επιφανειακά, τα οποία προήλθαν από αγωγό ομβρίων υδάτων που εκβάλλει σε εκείνη τη θέση. Το σκάφος έκανε διελεύσεις για διάσπαση της ανάδευσης με αποτέλεσμα το απόβλητο να διαλυθεί. Σε έλεγχο που ακολούθησε σε όλη την ευρύτερη θαλάσσια περιοχή και την ακτογραμμή, όπως διαβεβαιώνει το Λιμεναρχείο, διαπιστώθηκε η αποκατάσταση του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Ανάλογο περιστατικό καταγράφηκε πριν από τρεις εβδομάδες δυτικά του λιμανιού Θεσσαλονίκης, όπου η ρύπανση από διάσπαρτα πετρελαιοειδή είχε έκταση 80 τ.μ. Εκεί έγιναν εργασίες απορρύπανσης από αντιρρυπαντικό σκάφος.
Τα παραπάνω περιστατικά είναι απλώς ενδεικτικά της ρύπανσης του Θερμαϊκού κόλπου, ο οποίος απειλείται και από το αποχετευτικό σύστημα. Εκτιμάται πως στο προχθεσινό συμβάν κάποιος ασυνείδητος έριξε πετρέλαιο σε φρεάτιο του συστήματος, το οποίο οδηγήθηκε στη θάλασσα. Όταν φουσκώνουν οι υπόνομοι, εμφανίζονται στον κόλπο διαφόρων ειδών απόβλητα του αποχετευτικού, ακόμη και πνιγμένοι αρουραίοι. 
«Προφανώς κάποιος έριξε πετρέλαιο και με τη βροχή βγήκε στη θάλασσα. Το αποχετευτικό σύστημα της Θεσσαλονίκης είναι παντορροϊκό, συλλέγει τα νερά της βροχής και όλων των υπονόμων με τα αστικά λύματα. Κατά μήκος του αγωγού υπάρχουν φρεάτια υπερχείλισης, και σε έντονη βροχόπτωση οδηγούν τα νερά στη θάλασσα. Έτσι, οδηγούνται σκουπίδια, αρουραίοι και ό,τι βρεθεί στη ροή», εξηγεί στη «Μ» ο Κώστας Φυτιάνος, καθηγητής στο τμήμα Χημείας ΑΠΘ, εργαστήριο ελέγχου περιβάλλοντος. «Ακόμη και τηγανέλαια από τις ταβέρνες ρίχνουν στα φρεάτια, με κίνδυνο να τιναχτεί στον αέρα ο βιολογικός καθαρισμός. Ασυνείδητοι, που μπορούν να χαρακτηριστούν εγκληματίες, μπορεί να ρίξουν και τοξικές ενώσεις που θα οδηγηθούν στη θάλασσα. Αυτό είναι το μειονέκτημα του παντορροϊκού συστήματος με τα φρεάτια ασφαλείας», υπογραμμίζει ο ίδιος. 
Το φαινόμενο της ρύπανσης είναι εντονότερο στη δυτική παράκτια ζώνη του Θερμαϊκού κόλπου, κυρίως από τις υδάτινες εκροές και τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Οι σημαντικότερες πηγές ρύπανσης του Θερμαϊκού είναι τα ποτάμια Λουδίας, Αξιός, Αλιάκμονας, φυτοφάρμακα και λιπάσματα από την τάφρο 66 της Ημαθίας, η παλιά δεξαμενή βυρσοδεψείων, ο σταθμός βιολογικού καθαρισμού βιολογικών αποβλήτων στη Σίνδο, τα τοπικά ρέματα, τοξικά απόβλητα που έχουν αποτεθεί πλησίον της κοίτης του Γαλλικού, αποστραγγιστικές τάφροι (Δενδροπόταμος, Ανθεμούντας, Φοίνικας), βιομηχανίες και βιοτεχνίες στην περιοχή του Κιλκίς, κτηνοτροφικές και πτηνοτροφικές μονάδες, αστικά και γεωργικά απορρίμματα. Στον Θερμαϊκό παρατηρούνται επίσης ανοξικές κρίσεις, πληθυσμιακές εκρήξεις φυτοπλαγκτού και μακροφυκών, θνησιμότητα οστράκων. «Η κατάσταση είναι σταθερή και έγκειται σ’ εμάς να κάνουμε τις υπόλοιπες επεμβάσεις για να βελτιωθεί. Η ρύπανση είναι συγκεκριμένη σημειακά, με τα τρία ποτάμια», αναφέρει στη «Μ» ο Γιώργος Ζαλίδης, καθηγητής ρύπανσης και υποβάθμισης εδαφών στη Γεωπονική του ΑΠΘ.
 
35 χρόνια μετρήσεις
Στη δυτική πλευρά του Θερμαϊκού εφαρμόστηκε ερευνητικό πρόγραμμα, το οποίο ξεκίνησε το 2009 και ολοκληρώθηκε τον περασμένο Απρίλιο και χρηματοδοτήθηκε με 1,5 εκατ. ευρώ (50% από εθνικούς πόρους και 50% από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο). Με την ολοκλήρωση του προγράμματος δρομολογήθηκε η δημιουργία ενός παρατηρητηρίου για τη μέτρηση της ρύπανσης του Θερμαϊκού κόλπου και την ενεργοποίηση των 69 φορέων που εμπλέκονται σε ζητήματα διαχείρισής του. Το παρατηρητήριο ως βάση δεδομένων έχει στηθεί, αλλά αναπάντητο παραμένει το ερώτημα ποιος θα είναι ο συντονιστής φορέας. 
Οι μετρήσεις ρύπανσης του Θερμαϊκού κόλπου ξεκίνησαν από το 1971, και από το 1975 μέχρι σήμερα υπολογίζεται ότι έγιναν περισσότερες από 500 έρευνες, χωρίς όμως να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Η δυσκολία στη λήψη μέτρων οφείλεται και στην ανυπαρξία φορέα διαχείρισης του κόλπου. Η δημιουργία φορέα είχε αναγγελθεί το 2001, έμεινε στα χαρτιά, και τον Σεπτέμβριο του 2005 δημιουργήθηκε η διεύθυνση Προστασίας και Ανάπτυξης του Θερμαϊκού Κόλπου στο ΥΜΑΘ, η οποία ωστόσο δεν προβλέπεται να έχει ρόλο συντονισμού και δεν στελεχώθηκε ποτέ με το απαραίτητο προσωπικό. Δεν απασχολεί ούτε έναν βιολόγο, δεν διαθέτει βιολογικό - τοξικολογικό εργαστήριο και δεν έχει έναν εξειδικευμένο επιστήμονα. Ο νέος υπουργός Μακεδονίας-Θράκης Θεόδωρος Καράογλου κάνει ενέργειες ώστε να ενεργοποιηθεί πλήρως το παρατηρητήριο του Θερμαϊκού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου